επιτετραμμένος

-η, -ο [επιτρέπω] (μτχ. παθ. παρακμ. τού επιτρέπω)
1. αυτός που επιτρέπεται, ο θεμιτός, ο μη απαγορευμένος
2. αυτός στον οποίο έχει ανατεθεί με κοινή αναγνώριση ένα έργο κοινωνικού ενδιαφέροντος (α. «οι επιτετραμμένοι τής τάξεως» β. «ο επιτετραμμένος στη διαχείριση τών κοινών»)
3. (για υπάλληλο) αυτός που ενεργεί με εντολή άλλου, ιδίως ο διαχειριζόμενος περιουσιακά ζητήματα, αντιπρόσωπος
4. ως ουσ. διπλωματικός απεσταλμένος σε ξένη επικράτεια, που εκτελεί καθήκοντα πρεσβευτή.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • επιτετραμμένος — η, ο 1. που δεν έχει απαγορευτεί, ο μη απαγορευμένος: Εδώ είναι επιτετραμμένο το κάπνισμα. 2. το αρσ. ως ουσ., επιτετραμμένος διπλωματικός αποσταλμένος σε ξένο κράτος που εκτελεί προσωρινά ή μόνιμα τα καθήκοντα του πρεσβευτή (χωρίς να έχει αυτό… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐπιτετραμμένος — ἐπιτρέπω to turn to perf part mp masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Κακλαμάνος, Δημήτριος — (Ναύπλιο 1867 – 1949).Διπλωμάτης, δημοσιογράφος και συγγραφέας, αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Υπήρξε διευθυντής της εφημερίδας Άστυ (1892) και αργότερα εκδότης του Νέου Άστεως(1901 7). Διετέλεσε πρόξενος στην Οδησσό (1907), γραμματέας …   Dictionary of Greek

  • επιτρέπω — επίτρεψα και επέτρεψα, επιτράπηκα, επιτετραμμένος, μτβ. 1. δίνω σε κάποιον την άδεια να πει ή να κάνει κάτι, τον αφήνω ελεύθερο να κάνει κάτι, δεν τον εμποδίζω. 2. το παθ. στο γ εν. πρόσωπο όλων των χρόνων, δίνεται η άδεια για κάτι, είναι… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κομ(μ)ερκιάριος — και άρης, ὁ (Μ) 1. επιτετραμμένος για την είσπραξη τών τελωνειακών δεσμών 2. προϊστάμενος τελωνείου. [ΕΤΥΜΟΛ. < λατ. commerciarius «εμπορικός συνέταιρος» (< λατ. commercium «εμπόριο»)] …   Dictionary of Greek

  • Αργυρόπουλος, Ιάκωβος — (Κωνσταντινούπολη 1774 – Αθήνα 1850). Λόγιος, διπλωμάτης και δραγουμάνος του τουρκικού στόλου. Γνώριζε πολλές ξένες γλώσσες μεταξύ των οποίων την αραβική, την περσική και την τουρκική. Διετέλεσε γραμματέας του οικουμενικού πατριαρχείου. Μετά τον… …   Dictionary of Greek

  • Δηλιγιάννης, Νικόλαος — (Αθήνα 1845 – Παρίσι 1910). Διπλωμάτης και πολιτικός. Ήταν γιος του Πέτρου Δεληγιάννη (βλ. λ.). Σπούδασε νομικά στο πανεπιστήμιο της Αθήνας και υπηρέτησε αρχικά ως γραμματέας και στη συνέχεια ως επιτετραμμένος (1874 80) της ελληνικής πρεσβείας… …   Dictionary of Greek

  • Ιγνάτιεφ, Νικολάι Πάβλοβιτς — (Nikolai Pavlovich Ignatiev, Πετρούπολη 1832 – Κίεβο 1908). Ρώσος στρατηγός και διπλωμάτης. Αποφοίτησε από τη στρατιωτική ακαδημία του ρωσικού γενικού επιτελείου (1851). Αφού υπηρέτησε σε διπλωματική υπηρεσία για σύντομο χρονικό διάστημα,… …   Dictionary of Greek

  • Κάμερον, Σάιμον — (Simon Cameron, 1799 – 1889). Αμερικανός πολιτικός. Χρημάτισε γερουσιαστής του Δημοκρατικού Κόμματος στην Πενσιλβάνια από το 1845 έως το 1849. Το 1856 προσχώρησε στο νεοσυσταθέν Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, του οποίου ήταν ένας από τους οργανωτές, και… …   Dictionary of Greek

  • Μαυροΐδης, Γεώργιος — (Πειραιάς 1912 – 2003). Κύπριος ζωγράφος, πανεπιστημιακός και διπλωμάτης. Σπούδασε νομικά και πολιτικές επιστήμες στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και το 1946 εντάχθηκε στο διπλωματικό σώμα. Παραιτήθηκε από τη θέση αυτή το 1959, όταν εξελέγη καθηγητής… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.